Friday, 21 July 2017 23:30

Το Φαινόμενο της Ελληνικής Δισκογραφίας (Μέρος 1ο)

Written by Tzwrtzina Tsiasiwti
Rate this item
(0 votes)

Η Δισκογραφία αποτελεί σημαντικό εργαλείο για τους μουσικούς ερευνητές, καθώς  μέσα από την ακρόαση έχει την ικανότητα να συνθέτει δύο ρόλους. Τον ρόλο των ηχητικών ερεθισμάτων με τον ρόλο των συναισθημάτων που μεταφέρει.  Δηλαδή από τη μια μεταφέρει ηχητικά ερεθίσματα, με πλούσιο μουσικολογικό ενδιαφέρον και από την άλλη πλευρά ο ερευνητής εισπράττει συναισθήματα. Το φαινόμενο της Δισκογραφίας αρχίζει το 1870 από τον Ellison. Στις αρχές του 20ού αιώνα αρχίζουν οι περιοδείες με μηχανήματα δισκογραφίας. Τα μηχανήματα στήνονταν σε χώρους όπως ξενοδοχεία και θέατρα. Η μετακίνηση τους από το χώρο δεν ήταν δυνατή λόγω του όγκου του εξοπλισμού.  Επιπρόσθετα η διαδικασία επιλογής μουσικών για μία ηχογράφηση δίσκου είχε τα εξής κριτήρια, πρώτον έπρεπε να έχει απήχηση στον κόσμο (να πουλάει) και δεύτερον να έχει  οργανική δεξιοτεχνία, δηλαδή να μπορεί να εκτελέσει οτιδήποτε του ζητηθεί.

Η πρώτη δισκογραφική εταιρία  που ήρθε  να εγκατασταθεί  στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αθήνα, ήταν  η Coloumbia το 1928.  Γενικότερα οι εταιρίες παραγωγής δίσκων που υπήρχαν στην Ελλάδα, στα πρώτα στάδια της δισκογραφίας, ανήκαν κυρίως  σε χώρες του εξωτερικού, οι οποίες δημιουργούσαν παραρτήματα στην Ελλάδα.  Για παράδειγμα  η  Columbia ήταν Αμερικάνικη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, η Odeon ήταν Γερμανική και εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη, ενώ η Master Voice ήταν Αγγλική και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.  Από τις παραπάνω πληροφορίες συμπεραίνουμε ότι,  η Ελληνική δισκογραφία εκείνη  την εποχή ελέγχεται από το εξωτερικό.  Μέχρι το '30 δεν υπήρχαν ελληνικές εταιρίες παραγωγής και όσες δημιουργήθηκαν δεν κατόρθωσαν να κρατηθούν στην αγορά, καθώς δεν υπήρχε το απαιτούμενο δίκτυο διανομής δίσκων (πωλήσεις).   Ωστόσο είτε οι ξένες, είτε οι ελληνικές δισκογραφικές εταιρίες έχουν αποδείξει στο πέρασμα του χρόνου ότι είναι βιομηχανίες, που ως στόχο έχουν το κέρδος και δεν τους ενδιαφέρει η ποιότητα της παραγωγής τους.

 

 

Για να οριοθετήσουμε και να πλαισιώσουμε το θέμα θα ακολουθήσουμε την περιοδολόγηση  της εμπορικής δισκοπαραγώγης, της δημοτικής μουσικής, του Γ. Παπαδάκη (2002). Σύμφωνα με τον  Γ. Παπαδάκη (2002), η εμπορική δισκοπαραγωγή της δημοτικής μουσικής  χωρίζεται σε  τρεις περιόδους. « Η πρώτη περίοδος είναι από την εμφάνιση των δίσκων στην διεθνή αγορά (περίπου στα 1900), μέχρι  το 1931, μέσα  στην περίοδο αυτή ιδρύεται στην Ελλάδα το πρώτο εργοστάσιο κατασκευής δίσκων. Η δεύτερη περίοδος, από το 1931, που οι ντόπιες συνθήκες παραγωγής αρχίζουν να επηρεάζουν τη φυσιογνωμία και το έργο των δημοτικών συγκροτημάτων, μέχρι το τέλος περίπου της δεκαετίας του 50, που καταργείται το σύστημα εγγραφής δίσκων 78 στροφών. Η τρίτη περίοδος, από το 1960 περίπου ως σήμερα που η τεχνολογική εξέλιξη της ηχογράφησης δημιουργεί νέους όρους βιομηχανοποίησης τόσο της παραγωγής όσο και της διάδοσης των δίσκων και της μουσικής».

      

 

Ας σκιαγραφήσουμε το προφίλ της Αθήνας της πρώτης περιόδου.

 

Τι υπάρχει εκείνη την εποχή στην Αθήνα? Ποια είναι η κοινωνική της μορφή?

Λίγοι κάτοικοι με αστική λαϊκή μουσική να ηχεί. Συγκεκριμένα ένα από τα είδη μουσικής που υπήρχε ήταν οι καντάδες  και οι οπερέτες επιθεωρήσεων, η «λόγια» μορφή  της μουσικής την περίοδο αυτή. Επιπρόσθετα υπήρχαν και τα καφέ σαντάν, στα οποία οι επισκέπτες άκουγαν ελαφρό λαϊκό τραγούδι από μικρές ορχήστρες, το οποίο ήταν κοντά στο Ευρωπαϊκό στυλ της εποχής. Ο χώρος συνδέονταν με τις τραγουδίστριες, οι οποίες θεωρούνταν ελαφρών ηθών.  Παράλληλα οι ακροατές των παραπάνω μουσικών ιδιωμάτων  επισκέπτονταν τα καφέ αμάν. Σε αυτούς τους χώρους ηχούσαν τα αστικά τραγούδια της πόλης, εκφράζοντας μία ανατολικότητα  (με κυρίαρχα όργανα το βιολί, το κανονάκι, την πολίτικη λύρα,  το ούτι, την αρμόνικα και την φωνή να ερμηνεύει αμανέδες) και τα δημοτικά τραγούδια της υπαίθρου στους ρυθμούς του κλαρίνου. Να προσθέσουμε ότι χρονικά πρώτα δημιουργήθηκαν τα καφέ σαντάν και στην συνέχεια τα καφέ αμάν.

        

 

Στην πρώτη περίοδο η ηχογράφηση πραγματοποιούνταν με χωνί και με κυλίνδρους από κέρινες πλάκες. Η ηχογράφηση γινόταν μία φορά και δεν είχε το περιθώριο να επαναληφθεί για διορθώσεις. Αρχικά υπήρχαν δύο τραγούδια σε κάθε δίσκο, ένα από την μία πλευρά και ένα από την άλλη.  Επίσης παρατηρείτε στις ηχογραφήσεις ένας από τους  μουσικούς να φωνάζει  το όνομα της εταιρίας και των μουσικών, το οποίο γινόταν για τυχόν πειρατικές κινήσεις της εποχής.  Επιπρόσθετα για να μπει κάποιος   στα μονοπάτια της δισκογραφίας έπρεπε  να πληρεί τα εξής κριτήρια: πρώτον να προέρχεται από τον αστικό χώρο, δεύτερον να έχει οργανική δεξιοτεχνία (καλή τεχνική) και τρίτον να έχει  κερδοσκοπική απήχηση στο κοινό. Όταν κάποιος πληρούσε όλα τα παραπάνω γινόταν μόνιμος συνεργάτης της δισκογραφικής εταιρίας, καθώς τεχνικά μπορούσε να αποδώσει σε όλα τα μουσικά ιδιώματα. Αυτό είχε ως αντίκτυπο να δημιουργηθεί ομογενοποίηση ιδιωμάτων, έλλειψη βιωματικής  μουσικής έκφρασης και  μουσικών διαφορών μεταξύ των ιδιωμάτων.

Με λίγα λόγια  η δισκογραφία στην πρώτη περίοδο πριμοδοτούσε  τα αστικά κέντρα και την αστική λαϊκή μουσική, καθώς επέβαλε μόνιμους μουσικούς συνεργάτες, το οποίο συμπεραίνεται από το υπάρχον μουσικό υλικό, όπου παρατηρούνται οι ίδιοι μουσικοί να ηχογραφούν όλα τα είδη, για παράδειγμα η Μαρίκα Παπαγκίκα  παράλληλα με το αστικό λαϊκό τραγούδι να ηχογραφεί και δημοτικά τραγούδια της υπαίθρου.

 *Να αναφερθεί ότι οι όροι λόγια και λαϊκή μουσική χρησιμοποιούνται καθαρά για τον διαχωρισμό των χαρακτηριστικών στοιχείων των μουσικών και όχι  για αξιολογικό  κριτήριο.

Be Continued.............